Liber Herbarum Minor (ελληνικά)
Ὁ ἐλλιπής ὁδηγός ἀναφορᾶς διά τήν βοτανικήν ἱατρικήν

Rev.13-05-2020

Κώνειο ↔ Γονόρροια

Φυτό

ελληνικά

Κώνειο, Κώνειον το στικτόν, Κώνειο το στικτόν, Κατσαμπούνα, Κιρκούτα, Τσαμπουδκιά

Λατινικά

Conium maculatum LINN., Cicuta maculata* Lam., Conium maculatum

μέρος του φυτού

Καρπός, Ρίζα, Σπόρος, Φύλλο

Ασθένειες & Χρήσεις

Γονόρροια, Κατά τῆς γονόρροιας

μέρος του φυτού

Μέθοδοι Παρασκευής

Μέθοδοι Χρήσης

---
Source: LiberHerbarum/XPn0270Sn0282

Copyright Erik Gotfredsen